Αποταμίευση και επένδυση
Λίγα λόγια για την αποταμίευση και την επένδυση
Κάθε άνθρωπος αποκτά εισόδημα από διάφορες πηγές, όπως ο μισθός από την εργασία, τα κέρδη από μια επιχείρηση, μερίσματα από μετοχές ή άλλες πηγές. Με ένα μέρος από αυτό το εισόδημα έχει τη δυνατότητα να πληρώσει τους φόρους του στο κράτος. Το εισόδημα που μένει αφού αφαιρεθούν οι φόροι αποτελεί το διαθέσιμο εισόδημα και μπορεί να καταναλωθεί σήμερα ή/και να αποταμιευτεί για το μέλλον.
Συνεπώς, η αποταμίευση είναι το μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος που δεν δαπανάται σήμερα για κατανάλωση αλλά «μπαίνει στην άκρη» προκειμένου να είναι διαθέσιμο για μελλοντική κατανάλωση. Με άλλα λόγια, είναι η αποχή από την κατανάλωση ενός αγαθού σήμερα, προκειμένου να αποκτηθεί ένα άλλο αγαθό στο μέλλον.
Διαθέσιμο Εισόδημα = Κατανάλωση + Αποταμίευση
Για λόγους πρόληψης και εκμετάλλευσης ευκαιριών: Η αποταμίευση λειτουργεί ως «δίχτυ προστασίας» για το μέλλον απέναντι σε απρόβλεπτες περιστάσεις, όπως μια ασθένεια, μια βλάβη στο σπίτι ή ένα έκτακτο έξοδο. Επίσης, με την αποταμίευση δίνεται η δυνατότητα για την απόκτηση ενός αγαθού στο μέλλον καθώς και για την εκμετάλλευση ευκαιριών που μπορεί να προκύψουν.
Για δημιουργία κεφαλαίου για μελλοντική χρήση (επένδυση): Η αποταμίευση και η επένδυση σχετίζονται άμεσα, καθώς η αποταμίευση μπορεί να μετατραπεί σε επένδυση, αν τοποθετηθούν τα χρήματα σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα (π.χ. ομόλογα, μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια), τα οποία μπορεί να αποφέρουν κέρδη.
Η επένδυση είναι η τοποθέτηση των χρημάτων που διαθέτει κάθε άνθρωπος σε μια δραστηριότητα ή προϊόν με σκοπό να αποκτήσουν μεγαλύτερη αξία ή να αποφέρουν κέρδος στο μέλλον. Σε αντίθεση με την αποταμίευση, που έχει κυρίως σκοπό την ασφάλεια και την πρόληψη, η επένδυση αποσκοπεί στην αύξηση της αξίας των χρημάτων που διαθέτουν τα άτομα. Κάθε επένδυση συνοδεύεται και από μια απόδοση και συνδέεται με έναν κίνδυνο.
Η απόδοση είναι το κέρδος που προκύπτει από μια επένδυση και συνήθως εκφράζεται ως ποσοστό (%) του αρχικού ποσού που επενδύθηκε. Μπορεί να είναι ένα σταθερό εισόδημα, όπως οι τόκοι από μια κατάθεση, ή μια αύξηση της αξίας του περιουσιακού στοιχείου, όπως η αξία μιας μετοχής που αγόρασε ο επενδυτής.
Κάθε επένδυση συνδέεται με έναν κίνδυνο (αβεβαιότητα), δηλαδή την πιθανότητα η απόδοση να είναι μικρότερη από την αναμενόμενη, η αξία του χρηματοπιστωτικού προϊόντος που έχει επενδυθεί να μειωθεί ή ακόμη και να χαθεί μέρος του αρχικού κεφαλαίου. Για τον λόγο αυτό, οι επενδύσεις συνδέονται με την πιθανότητα τόσο κέρδους όσο και ζημίας.
Γενικά, όσο μεγαλύτερη είναι η πιθανή απόδοση μιας επένδυσης, τόσο μεγαλύτερος είναι και ο κίνδυνοςό. Για παράδειγμα, μια επένδυση σε κρατικά ομόλογα θεωρείται σχετικά ασφαλής με χαμηλή απόδοση, ενώ η αγορά μετοχών μιας ιδιωτικής εταιρείας μπορεί να αποφέρει υψηλότερα κέρδη αλλά συνοδεύεται από μεγαλύτερη αβεβαιότητα.
Όταν το άτομο αποταμιεύει ή επενδύει τα χρήματα του, λαμβάνει τόκο, δηλαδή ένα χρηματικό ποσό που υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο.
Ανατοκισμός είναι όταν οι τόκοι που κερδίζονται προστίθενται στο αρχικό κεφάλαιο και από εκεί και πέρα παράγουν και αυτοί νέους τόκους. Με τον ανατοκισμό, τα χρήματα αυξάνονται όχι μόνο λόγω του αρχικού κεφαλαίου, αλλά και λόγω των τόκων που συσσωρεύονται. Για παράδειγμα, η κατάθεση 1.000 ευρώ σε έναν λογαριασμό με επιτόκιο 5% ετησίως, θα αποφέρει μετά τον πρώτο χρόνο 1.050 ευρώ. Τον δεύτερο χρόνο ο τόκος θα υπολογιστεί στα 1.050 ευρώ και όχι μόνο στα αρχικά 1.000 ευρώ, με αποτέλεσμα το ποσό να αυξηθεί περαιτέρω.
Ο ανατοκισμός αυξάνει εκθετικά τις αποταμιεύσεις μακροπρόθεσμα (όσο μεγαλύτερος είναι ο χρόνος της επένδυσης τόσο μεγαλύτερα είναι τα οφέλη του ανατοκισμού).
Χρηματοπιστωτικός κίνδυνος
Κάθε μορφή επένδυσης συνδέεται με κάποιο επίπεδο κινδύνου, δηλαδή την πιθανότητα η απόδοση να είναι μικρότερη από την αναμενόμενη ή ακόμη και να υπάρξει απώλεια μέρους του αρχικού κεφαλαίου. Το ύψος του κινδύνου μιας επένδυσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επένδυσης. Για παράδειγμα, οι καταθέσεις στην τράπεζα είναι συνήθως χαμηλού ρίσκου, τα ομόλογα έχουν υψηλότερο βαθμό κινδύνου, ενώ οι μετοχές έχουν υψηλότερο κίνδυνο, καθώς εξαρτώνται από την πορεία της επιχείρησης. Υπάρχουν τρεις βασικούς κίνδυνοι:
Πιστωτικός κίνδυνος: ο κίνδυνος ο δανειζόμενος να μην αποπληρώσει πλήρως το ποσό που έχει δανειστεί.
Κίνδυνος αγοράς: ο κίνδυνος να πωληθούν τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχει ένα επενδυτής σε τιμή χαμηλότερη από την τιμή αγοράς.
Κίνδυνος ρευστότητας: η πιθανότητα να μην είναι εύκολη ή άμεση η μετατροπή μιας επένδυσης σε μετρητά χωρίς απώλεια αξίας.
Η κατανόηση του κινδύνου είναι σημαντική για τη λήψη σωστών επενδυτικών αποφάσεων.
Πώς μπορεί να μειωθεί το ρίσκo;
Το ρίσκο των επενδύσεων ενός ατόμου μπορεί να μειωθεί με τη διαφοροποίηση, δηλαδή την κατανομή του ποσού που επιθυμεί το άτομο να επενδύσει σε εναλλακτικά χρηματοπιστωτικά προϊόντα με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Με άλλα λόγια, ο επενδυτής δεν βάζει όλα τα αυγά (τα χρήματα του) στο ίδιο καλάθι (χρηματοπιστωτικό προϊόν). Το σύνολο των εναλλακτικών επενδύσεων ονομάζεται χαρτοφυλάκιο.
Η απόδοση του χαρτοφυλακίου είναι ο μέσος όρος της απόδοσης των επιμέρους προϊόντων (μετοχών, ομολόγων, κλπ). Αντίστοιχα, ο κίνδυνος του χαρτοφυλακίου είναι μικρότερος από τον μέσο όρο του κινδύνου των επιμέρους προϊόντων. Επομένως, η αποτελεσματική διαφοροποίηση προστατεύει τους επενδυτές έναντι του κινδύνου.
Χρήσιμες συμβουλές για επενδύσεις
Οι αποδόσεις του παρελθόντος δεν αποτελούν εγγύηση για τις μελλοντικές.
Κάθε επένδυση ενέχει κίνδυνο, δηλαδή υπάρχει πιθανότητα η απόδοση να είναι χαμηλότερη από την αναμενόμενη ή να υπάρξει κεφαλαιακή ζημία.
Οι επενδύσεις που υπόσχονται υψηλά και άμεσα κέρδη συνοδεύονται από υψηλότερο κίνδυνο.
Η διαφοροποίηση των χρηματοπιστωτικών προϊόντων μειώνει τον συνολικό κίνδυνο στον οποίον εκτίθενται τα χρήματα που επενδύονται.
Ο χρονικός ορίζοντας της επένδυσης είναι πολύ σημαντικός, καθώς συνήθως απαιτείται χρόνος για να αποδώσει μια επένδυση.
Δεν συνιστάται η επένδυση όλων των χρημάτων που έχει στην κατοχή του το άτομο. Πάντα πρέπει ένα ποσό να αποταμιεύεται για έκτακτες ανάγκες.
Η συνεχής ενημέρωση είναι σύμμαχος του επενδυτή. Συνιστάται η αποφυγή της επένδυσης σε προϊόντα που δεν κατανοεί επαρκώς ο επενδυτής.
Μαθητές
Ενήλικες